πίσσα


πίσσα
смола

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πίσσα" в других словарях:

  • πίσσα — πίσσᾱ , πίσσα pitch fem nom/voc/acc dual πίσσα pitch fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσσα — Προϊόν συμπύκνωσης, που προέρχεται από την ξηρά απόσταξη οργανικών υλών. Είναι υγρό ή παχύρευστο προϊόν, μαύρου ή σκούρου συνήθως χρώματος και αδιάλυτο στο νερό. λιθανθρακόπισσα. Είναι ένα παραπροϊόν της παρασκευής του φωταερίου, το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • πίσσα — η 1. προϊόν απόσταξης γαιανθράκων, αλλιώς κατράμι, το, ή κατράνι, το. 2. μτφ., πολύ μαύρος: Μαύρος πίσσα, σκοτάδι πίσσα κτλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πίσσα — [писса] ουσ. Θ. смола, деготь, гудрон …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Νέφος μελάντερον ἠύτε πίσσα. — См. Как смоль черный …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πίσσας — πίσσᾱς , πίσσα pitch fem acc pl πίσσᾱς , πίσσα pitch fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσσαι — πίσσα pitch fem nom/voc pl πίσσᾱͅ , πίσσα pitch fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πισσῶν — πίσσα pitch fem gen pl πισσόομαι pres part act masc voc sg (doric aeolic) πισσόομαι pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) πισσόομαι pres part act masc nom sg πισσόομαι pres inf act (doric) πισσόω pitch over pres part act masc voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιττῶν — πίσσα pitch fem gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσσαν — πίσσα pitch fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσσης — πίσσα pitch fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)